Herbs

Ονομασία Κοινό αγγλικό όνομα Κοινό ελληνικό όνομα
Teucrium capitatum

Cat thyme Germander, Felty Germander, Hulwort, Mountain Germander.

Τεύκριο, λαγοτσιμιθιά, δεσποινόχορτο, άγριος αμάραντος, aμάραντο, ασπρόχορτο (βόρεια Ελλάδα), νουζλόχορτο (βόρεια Ελλάδα), στομαχοβότανο, βοτάνι της αγάπης, της κυράς το βοτάνι, Παναγιόχορτο, της Παναγιάς το χορτάρι, λιβανόχορτο, Πόλιο (Επτάνησα), μητέρα (Κύπρος).

Το ελληνικό Τεύκριο, πιθανώς πήρε το όνομα  του από τον Τεῦκρο ο οποίος ήταν ο γιος του Βασιλιά της Σαλαμίνας Τελαμώνα και της δεύτερης συζύγου του Ησιόνης, κόρης του Βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα. Πάλεψε εναντίον  του ετεροθαλή αδελφού του, Αίαντα, στον Τρωικό πόλεμο και αποτέλεσε τον  θρυλικό ιδρυτή της πόλης Σαλαμίνας στην Κύπρο.

Teucrium chamaedrys subsp. chamaedrys

Germander, Wall Germander, Dwarf Germander, Hedge Germander, Wild Germander

Χαμοδρυά, Χεδρυά, Τεούκριο, Χαμαιδρυά, λαγοτσιμιθιά, βοτάνι της αγάπης, δεσποινόχορτο

Thymbra capitata

Conehead Thyme, Headed Savory, Persian Hyssop, Spanish Oregano

Θυμάρι. Ετυμολογικά, το θυμάρι ή θύμος όπως το ονόμαζαν οι αρχαίοι, προέρχεται από τη λέξη «θύω», η οποία αρχικά είχε την σημασία του «βγάζω καπνούς» και αργότερα του «θυσιάζω». Από την ίδια ρίζα προέρχονται και οι λέξεις θυμίαμα και θυμιατίζω, ενώ στενή φαίνεται πως είναι και η σχέση με τον θυμό. Θυμός κατά τους αρχαίους δεν σημαίνει οργή, αλλά ζωτική δύναμη.

Thymus leucotrichus

Thyme

Θυμάρι, θύμιο

Tilia tomentosa

Silver lime, silver linden, lime tree.

Φλαμουριά, τίλια, φιλύρα

Trigonella foenum-graecum

Bird’s-Foot, Bockshornklee,  Classical Fenugreek, Common Fenugreek, Cultivated Fenugreek, Fenugreek, Cultivated Trigonella, Greek Clover, Greek Hay, Greek Hayseed, Methi seed Plant, Sicklefruit fenugreek, Trigonella

Το trigonella είναι ένα εκλατινισμένο υποκοριστικό της ελληνικής λέξης «τρίγωνον», αποτελούμενο από τρείς γωνίες και τρία [γόνυ] γόνατα. Πιθανότατα αναφέρεται στο τριγωνικό σχήμα των λουλουδιών. Το όνομα του λατινικού είδους Foenum graecum σημαίνει «ελληνικό σανό», αναφερόμενο τόσο στο έντονο άρωμα σανού των αποξηραμένων βοτάνων Μοσχοσίταρου, αλλά και στην προέλευσή του από την Ανατολική Μεσόγειο. Η λατινική ονομασία του εξακολουθεί να υφίσταται σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες, π.χ., στα αγγλικά «fenugreek» ή στα ολλανδικά «fenegriek».

Mοσχοσίταρο το ελληνικό, Τριγωνέλλα, Ελληνική χλόη, Γραικόχορτος, Τήλι, Τήλινδα, Ντοντιλίνα, Ντηλιλίνα, Τσιμένι.

Tussilago farfara

Tash Plant, Ass's foot, Bull's foot, Butterbur, Coughwort, Farfara, Foal's foot, Foalswort, Horse Foot, Winter heliotrope. Καμιά φορά μπερδεύεται  με το Petasites frigidus (Western Coltsfoot). Το όνομα του γένους 'Tussilago" προκύπτει από την λατινική λέξη "tussis" που σημαίνει "βήχας", για τον οποίο θεωρείται ότι παρέχει θεραπεία.

Bήχιο το σιτόφυγο, βήχιο, χαμόλευκα

Urtica dioica

Nettle or stinging nettle

Τσουκνίδα, αγκινίδα, σκνίθρα, τσούκνα, ατζικνίδα, κιντέα.

Vaccinium corymbosum

blueberry, northern highbush blueberry, blue huckleberry, tall huckleberry, swamp huckleberry, high blueberry, and swamp blueberry, or Bluecrop.

Δενδρώδες μύρτιλλο, μπλε μούρο, βακκίνιο.

Vinca major subsp. major

Lesser periwinkle ή dwarf periwinkle, small periwinkle, common periwinkle.

Βίγκα, Αγριολίτσα

Vitex agnus-castus

Chaste Tree (αγνό δέντρο), Chasteberry (αγνό μούρο), Abraham's Balm or Monk's Pepper, Agnus Castus, safe tree (ασφαλές δέντρο), hemp tree (δέντρο κάνναβης), vitex. Η κοινή ονομασία του προέρχεται από την πίστη ότι το συγκεκριμένο φυτό εμπνέει αγνότητα.

Βίτεξ ο άγνος, αγνιά, αλυγαριά, λυγαριά (εξαιτίας των  ευλύγιστων κλαδιών της), λυγιά, καναπίτσα.

Σελίδες