Herbs

Ονομασία Κοινό αγγλικό όνομα Κοινό ελληνικό όνομα
Salvia officinalis subsp. officinalis

Ορισμένες από τις πιο γνωστές περιλαμβάνουν τις sage, common sage, garden sage, golden sage, kitchen sage, true sage, culinary sage, Dalmatian sage, and broadleaf sage. Salvia και "sage" προέρχονται από το Λατινικό salvere (σώζω), αναφερόμενο στις θεραπευτικές ιδιότητες των ποικίλων ειδών του γένους Salvia

Σάλβια η φαρμακευτική, κοινή φασκομηλιά. αγριοσφακιά, αλισφακιά, μηλοσφακιά, σπατζιά, χαχομηλιά Σε αρκετούς θάμνους σχηματίζονται σκληρά, χνουδωτά σφαιρίδια, οφειλόμενα σε προσβολή εντόμων. Επειδή μοιάζουν με καρπούς, ο λαός τα αποκαλεί «μήλα της φασκομηλιάς», απ’ όπου το φυτό πήρε το όνομά του.

Sambucus nigra

elder, elderberry, black elder, European elder, European elderberry and European black elderberry

Σαμπούκος μαύρος, Σαμπούκος ή Ζαμπούκος, Φρουξυλήθρα, Φροξυλιά, Φροξυλάνθι, Κουφοξυλιά. Αφροξυλιά, Βρωμούσα, Αβουζιά, Βουζιά, Αβυζιά.

Saponaria officinalis

Common Soapwort, Bouncing Bet, Sweet William, and soapweed. Το επιστημονικό όνομα Saponaria προέρχεται από το Λατινικό «sapo»  (ρίζα sapon-) που σημαίνει «σαπούνι», το οποίο όπως και το κοινό του όνομα, αναφέρεται στη χρήση του στην καθαριότητα. Από αυτή τη Λατινική ρίζα προέρχεται και το τοξικό συστατικό σαπωνίνη που περιέχεται στις ρίζες.

Σαπωνάρια η φαρμακευτική, Γκολαρία, σαπουνόχορτα, χαλβαδόριζα, καλοστρούθι.

Selinum silaifolium

δεν αναφέρεται πουθενά με κοινή ονομασία στην αγγλική, ωστόσο εμφανίζεται με παραδοσιακά ονόματα στα Ιταλικά: Carvifoglio dei boschi και στα Σουηδικά: kartsilja

Αγριοσέλινο, Σελινόχορτο

Sideritis cladestina subsp. peloponnesiaca

Greek Mountain Tea, Ironwort, Mountain tea and Shepherd's tea.

Το όνομα “sideritis” (σιδηρόχορτο) προέρχεται από την ελληνική λέξη σίδηρος (SEE-thee-ros) επειδή ο σιδηρίτης εθεωρείτο εξαιρετικό φάρμακο «κατά των τραυμάτων από σιδερένια όπλα», δηλαδή πληγές κατά τους πολέμους στην αρχαιότητα. Ο Διοσκουρίδης συμβουλεύει τους στρατιώτες να καταναλώνουν έγχυμα από «τσάι του βουνού» ως ένα αναζωογονητικό, αναγεννητικό βοήθημα για να επιτύχουν ταχύτερη και καλύτερη θεραπεία.  

Τσάι του Μαλεβού, Tσάι του Ταϋγέτου, Tσάι του βουνού

Sideritis raeseri subsp. raeseri

Greek mountain shepherd’s tea, mountain tea.

Τσάι του βουνού, σιδερίτης

Silybum marianum

blessed milk thistle, Marian Thistle, Mary Thistle, Saint Mary's Thistle, Mediterranean Milk Thistle, Variegated Thistle and Scotch Thistle.

Η ονομασία προέρχεται από το Ελληνικό σίλλυβο ή σίλυβος που σημαίνει «θύσανος» ή «τούφα». Σίλλυβο, Γαϊδουράγκαθο, Kουφάγκαθο, Aγκάθι

Sinapis alba subsp. alba

White mustard. Το όνομα του είδους sinapis είναι Λατινικό για την μουστάρδα, από το ελληνικό sinapis. Το όνομα του είδους alba είναι από το Αρχαίο Αγγλικό albe, από το Λατινικό alba (το θηλυκό γένος του albus "λευκό").

Οι Έλληνες το αποκαλούν βρούβες ή λαψάνα. Σινάπι το λευκό, λαψάνα, πικρίδι,  βρούβα, λαψανόβρουβα, κάψα, καψανθός.

Sisymbrium officinale

Hedge Mustard, Hedge Wild Mustard, Wire-weed, Tumble Weed.

Αγριοβρούβα, Σισίµπριο

Stellaria media

chickweed

Στελλάρια

Stevia rebaudiana

Stevia

Στέβια

Taraxacum pindicola

Dandelion. Το Dandelion είναι από μια γαλλική φράση «δόντι του λιονταριού», από το Λατινικό «dens leonis» «δόντι του λέοντος» - λόγω των βαθειά οδοντωτών άκρων των φύλλων αυτού του ζιζανίου.

Ταραξάκο, πικραλίδα, αγριοράδικο, αγριομάρουλο, μαρουλίδα.

Σελίδες