Herbs

Ονομασία Κοινό αγγλικό όνομα Κοινό ελληνικό όνομα
Plantago atrata subsp. graeca

Plantago

Αρνόγλωσσο, πεντάνευρο

Portulaca oleracea

purslane, verdolaga, pigweed, little hogweed, ή pursley, και  moss rose.

Αντράκλα ή ανδράχλη ή γλιστρίδα, (επιστ. Ανδράχνη η ολησθηρίς, Πορτουλάκα η λαχανώδης, Portulaca oleracea) είναι είδος του γένους Πορτουλάκα.

Potentilla reptans

creeping cinquefoil, European cinquefoil  ή creeping tormentil

Ποτεντίλλη η έρπουσα, πενταδάχτυλο

Pulicaria dysenterica

Common Fleabane.

Σκυλόχορτο.

Punica granatum

Pomegranate

Ροδιά

Pyrus spinosa

Iberian pear

Πύρος ο ακανθώδης, άγρια αχλαδιά. γκορτσιά.

Quercus frainetto

Hungarian oak, Italian oak, oak

Πλατύφυλλος δρυς, Πλατύφυλλη βελανιδιά

Ribes uva-crispa subsp. austro-europaeum

Gooseberry, European Gooseberry

Λαγοκέρασο, Πράσινο φραγκοστάφυλο

Rosa canina

Brier hip, dog brier fruit, dog rose fruit, hipberries, witches brier, hip tree, hip fruit, hop fruit, Hogseed, Sweet Brier, Wild Brier, Witches Brier, Dog Rose, Dagger rose, Haggebutt, Wild Rose. Η λέξη 'hips' προέρχεται από την αγγλο-σαξονική λέξη hiope και η λέξη 'Dog Rose' προέρχεται από το dag που σημαίνει «στιλέτο» (dagger)'.

Ροδή η κυνοροδή, αγριοτριανταφυλλιά.

Rosmarinus officinalis

Rosemary. Σύμφωνα με τη Χριστιανική παράδοση, πήρε το όνομά του από την Παναγία, η οποία άφησε το μανδύα της πάνω στο θάμνο. Μέχρι το επόμενο πρωί, τα λουλούδια του θάμνου είχαν γίνει μπλε και από τότε ονομάστηκε rose of Mary. Το όνομα Rosmarinus προέρχεται από τις λατινικές λέξεις ros and marinus, που σημαίνει δροσιά της θάλασσας - εμφανώς επειδή συχνά βρίσκεται να μεγαλώνει δίπλα στη θάλασσα.

Δενδρολίβανος ο Φαρμακευτής, ροσμαρίνος ο φαρμακευτικός, ροσμαρίνι, δυοσμαρίνι, δενδρολίβανο

Rubus idaeus

Raspberry,  European Red Raspberry, Red Raspberry, Brambles, Brambleberry , Wild Red, Bramble of Mount Ida, Garden Raspberry, Raspis, Hindberry.

Βάτος ο ιδαίος, Ρούβος ο της Ίδης, σμέουρο, σμέουρδο, νάουρο

Salvia fruticosa subsp. fruticosa

Greek sage, Greek oregano, Three-lobe sage

Φασκομηλιά, Φασκόμηλο,

αλισφακιά (<ἐλελίσφακος < αρχαία ελληνική ἐλελίζω + σφάκος)

Σελίδες