Herbs

Ονομασία Κοινό αγγλικό όνομα Κοινό ελληνικό όνομα
Foeniculum vulgare

μάραθος. Η λέξη «μάραθος» προήλθε  από το μάραθο (fenel) της Μέση Αγγλικής  το οποίο  προήλθε από την Παλαιά Αγγλική (fenol) που προέκυψε από το λατινικό «Foeniculum», υποκοριστικό του «fenum», που σημαίνει σανός ή άχυρο. Η λατινική ονομασία του φυτού είναι «ferula», το οποίο τώρα χρησιμοποιείται ως το όνομα του γένους των σχετικών φυτών. Το Παλαιό Αγγλικό «finule» είναι ένα από τα εννιά φυτά που αναφέρονταν στην παγανιστική «Αγγλοσαξονική μαγεία των εννέα βοτάνων», που καταγράφεται κατά τον 10ο αιώνα.

Μάραθος. Το ελληνικό όνομα μάραθος ή μάραθον, και η περιοχή της περίφημης μάχης του Μαραθώνα και  το ομώνυμο άθλημα του Μαραθωνίου, προκύπτουν βιβλιογραφικά από μία πεδιάδα με μάραθο. Στην ελληνική μυθολογία, ο Προμηθέας χρησιμοποίησε ένα μίσχο από μάραθο  για να κλέψει φωτιά από τους θεούς.

Glycyrrhiza glabra

Liquorice or licorice, licorice root, sweet root. Η λέξη 'liquorice'/'licorice' προκύπτει από την ελληνική γλυκύρριζα, και σημαίνει "γλυκιά ρίζα", όνομα που έχει αποδοθεί από τον Διοσκουρίδη.

Γλυκύρριζα η λεία, γλυκόρριζα, γλυκορρίζι

Hedera helix subsp. helix

Ivy, Common Ivy or English Ivy

το όνομα του είδους helix προέρχεται από τη λέξη «έλιξ» της αρχαίας ελληνικής, η οποία σημαίνει "στρίψιμο, στροφή". Χέδερα η έλιξ, Κισσός

Hippocrepis emerus subsp. emeroides

Scorpion Senna

Κορονίλλη ημεροειδής

Hippophae rhamnoides

κοινές ονομασίες για το Hippophae rhamnoides είναι Sea Buckthorn,  sandthorn, sallowthorn, ή seaberry. Το λατινικό rhamnoides δηλώνει την ομοιότητα με το "buckthorn". Δεδομένου ότι τα “buckthorns” βρίσκονται σε διαφορετική οικογένεια, και η κοινή ονομασία “buckthorn sea” μπορεί να αναφέρεται σε περισσότερα από ένα είδη, είναι προτιμότερο να γίνεται αναφορά σε αυτό το φυτό με τη μοναδική λατινική ονομασία του.

Ιπποφαές το ραμνοειδές. Η ονομασία στα λατινικά του γένους Hippophae προέρχεται από τις εληνικές λέξεις ίππος<ίππ(ο)- (άλογο) + -φαές, ουδ. του -φαής<φάος (φως, λάμψη), άρα σημαίνει φωτεινό, λαμπερό άλογο, καθώς τα φύλλα του αποτελούσαν μέρος της διατροφής των αγωνιστικών αλόγων. Πίστευαν επίσης ότι τα άλογα γίνονταν παχουλά και υγιή, όταν διατηρούνταν σε βοσκοτόπους με αυτά τα δέντρα. Σύμφωνα με άλλο μύθο, του φύλλα από το ιπποφαές αποτελούσε μία από τις προτιμώμενες τροφές του Πήγασου (ιπτάμενου αλόγου).

Humulus lupulus

Hop, Common hop. Το όνομα του είδους lupulus είναι το υποκοριστικό της λέξεως «Λύκος», το οποίο αναφέρεται στην εσφαλμένη ιδέα ότι οι έλικες του λυκίσκου στραγγαλίζουν τα φυτά.

Λυκίσκος, ζυθοβότανο

Hypericum empetrifolium subsp. empetrifolium

Hypericum, St. John's Wort.

Υπερικό, Αγούδουρας, Βότανο του Προδρόμου. Το όνομα του προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις ‘υπέρ’ και ‘εικόνα’ και αναφέρεται στην παράδοση να φέρεται το βότανο πάνω από μια εικόνα την ημέρα εορτασμού του Αγ. Ιωάννη του Βαπτιστή, για να εκδιώξει το κακό.

Hypericum perforatum subsp. perforatum

St. John's Wort. “wort” in old English means “root “. Other common English names are Goatweed, Tiptonweed, Amber, Rose of Sharon, Aaron’s beard, and Jerusalem Star.

Τα λαϊκά ονόματα στην Ελλάδα είναι υπερικό, υπερικό το διάτρητο, βάλσαμο (Άθω, Αρκαδία), βαλσαμόχορτο, βαλσαμάκι, σπαθόχορτο (Ήπειρο), περίκι, λειχηνόχορτο, χελωνόχορτο (Κεφαλλονιά), βότανο του Προδρόμου, βότανο του αγιάννη,  κοψοβότανο, ψειροβότανο, κουκτσούδι.

Inula oculus-christi

Inula

Ινούλα, Αγριοσκάρφι, Ακόνιζα

Iris germanica

bearded iris, flags, Florentine iris, German iris, orris, orris-root, tall bearded iris.

Ίρις η γερμανική

Jasminum grandiflorum

Spanish jasmine, Royal jasmine, Catalonian jasmine, jasmin, jessamine and common jasmine.

Ίασµος Μεγανθής ή γιασεµί Χίου. Γιασεμί, Ίασμος. Η λατινική λέξη Jasminum προέρχεται από την ελληνική λέξη ιάσμινον (μύρον)
δηλαδή ιασμέλαιο και η ελληνική ανάγεται στην περσική λέξη yâsamin ή yāsam,  που σημαίνει «δώρο του Θεού».

Juniperus communis

Common Juniper, Prostrate Juniper, Juniper, Malchangel, Mountain Juniper, Dwarf Juniper

Άρκευθος η κοινή, αγριοκυπαρίσι Κέδρος.

Σελίδες