Herbs

Ονομασία Κοινό αγγλικό όνομα Κοινό ελληνικό όνομα
Ceratonia siliqua

Carob, locust bean tree, St. John's bread, Sugar Pod.

Η κοινή ονομασία χαρούπι είναι συγγενές με τη μονάδα μέτρησης βάρους «καράτι», και αναφέρεται στη χρήση των σπόρων (οι οποίοι είναι πολύ ομοιόμορφοι ως προς το μέγεθος) ως πρότυπα βάρη για τη μέτρηση χρυσού και πολύτιμων λίθων.

Τα άλλα ονόματα, χαρουπιά και ψωμί του άγιου Ιωάννη, προήλθαν από τη Βίβλο. Ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής λέγεται ότι ο ίδιος επιβίωσε καταναλώνοντας τους καρπούς της "χαρουπιάς" όταν περιπλανιόταν στην έρημο.

Κερατόνια η κερατέα, ξυλοκερατιά, χαρουπιά, κερατσιά, κουτσουπιά (Ιόνια νησιά), τερατσιά (Κύπρος)

Ceterach officinarum

Stone Fern, Spleenwort, rustyback, scale fern

Σκορπίδι, ασπλήνιο, σκορπιδόχορτο, σκροπίδι, σκροπιδόχορτο, σκορπιδάτσι, σκοπηροτήρι, χρυσόχορτο, αγριοσπάρτι.

Cichorium intybus

Το κοινό ραδίκι είναι επίσης γνωστό σαν: blue daisy, blue dandelion, blue sailors, blue weed, bunk, coffeeweed, cornflower, hendibeh, horseweed, ragged sailors, succory, wild bachelor's buttons, and wild endive. (Σημείωση: "Κενταύριο", ανταποκρίνεται περισσότερο στο Centaurea cyanus.)

Ραδίκι.

Cistus creticus subsp. creticus

Rock Rose, Pink Rock Rose,

Κίστος ο Κρητικός, Κίστος, Βούκισος, Kίσθος του Θεφράστου, Λαδανιά, Αλάδανος, Λάδανο, Αγκίσαρος, Μειτζίνα, Κουνούκλα

Colchicum bivonae

autumn crocus, meadow saffron, naked lady, wonder bulb, naked boy, mysteria etc. Το άνθος του προσομοιάζει τους αληθινούς κρόκους, αλλά ανθίζει το φθινόπωρο (Δεν αποτελεί αξιόπιστη διάκριση, μιας και πολλοί αληθινοί κρόκοι ανθίζουν το φθινόπωρο). Το όνομα «γυμνή κυρία» πηγάζει από το γεγονός ότι τα άνθη αναδύονται από το έδαφος αρκετά καιρό μετά την ξήρανση των φύλλων.

Το επιστημονικό όνομα πηγάζει από την αχαία Κολχίδα, μία χώρα της αρχαιότητας στα ανατολικά σύνορα στη Μαύρη Θάλασσα, όπου τα κολχικά βρέθηκαν για πρώτη φορά.

Coriandrum sativum

Coriander (seed), Cilantro (leaf), Chinese Parsley, Cilantro, Dizzycorn, Japanese Parsley, Dhania

Η πρώτη μαρτυρία για την χρήση του όρου στην αγγλική είναι στα τέλη του δέκατου τέταρτου αιώνα. Η λέξη coriander προέρχεται από την παλαιά γαλλική «coriandre», η οποία προέρχεται από την λατινική «coriandrum», η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την  αρχαία ελληνική «κορίαννον». Η αρχαιότερη επιβεβαιωμένη μορφή της λέξης είναι η μυκηναϊκή ελληνική «ko-ri-ja-da-na» (γραμμένη σε Γραμμική Β, συλλαβική γραφή, διαμορφώθηκε έπειτα ως koriadnon), παρόμοια με το όνομα της κόρης του Μίνωα Αριάδνη, η οποία αργότερα εξελίχθηκε σε κορίαννον ή κορίανδρον. Εναλλακτικώς, το όνομα «κορίανδρο» προέρχεται από το «κόρις» (που σημαίνει κοριός), αναφορικά με την δυσοσμία των φύλλων ή από την σύνθλιψη ανώριμων  σπερμάτων.

Κορίανδρον το ήμερον, Κορίαννον, Κόλιαντρο,  Κόλιαντρος

Cornus mas

Cornelian cherry, European cornel or Dogwood

Κρανιά, Mαυροβεργιά. Ετυμολογικά, η λέξη Cornus προέρχεται από το λατινικό «cornum» που σημαίνει «κέρας» στα ελληνικά. Η ονομασία αυτή οφείλεται στο ιδιαίτερα ανθεκτικό στη θραύση ξύλο των αντιπροσώπων του γένους Cornus.

Cotinus coggygria

Eurasian smoketree, smoke tree, or smoke bush.

Κότυνος ή κότινος, χρυσόξυλο, πορδαλιά.

Crataegus monogyna

common hawthorn, may, mayblossom, maythorn, quickthorn, whitethorn, motherdie, and haw, single-seeded hawthorn.

Κραταίγος ο Mονόγυνος, Tρικουκιά, Tσαπουρνιά, Mουρτζιά, Mουμουτζελιά, Μπουρμπουλιά, Βουρβουλιά Μπουρμπουτζελιά, Kοτσινομεσφιλιά (Κύπρος), Mερμελίτσα (Κύπρος), Ξανθή Τσαμπουρνιά και Ξαγκαθιά.

Crocus boryi

Crocus

Ο Κρόκος του Μπορί [η ονομασία του δόθηκε προς τιμήν του Γάλλου φυσιοδίφη J.B. M. Bory de St Vincent (1780-1846)]. Κρόκος, Σαφράνι.

Crocus cancellatus subsp. mazziaricus

Saffron, Autumn Crocus, Crocus

Κρόκος ο εσχαρωτός, ζαφορά, σαφαράνα, σαφράνα

Cuminum cyminum

Cumin, Cummin, Roman Caraway.

Κούμινον το κύμινον, Αρτυσιά, Κύμινο. Το όνομα κύμινο, προέρχεται από το αραβικό Kamūn. Oι Άραβες της Ιβηρικής χερσονήσου και έπειτα οι Ισπανοί, διέδωσαν την χρήση του στην Ευρώπη κατά τον μεσαίωνα. Λέγεται ότι η λέξη προέρχεται από την πόλη της Περσίας Kerman, που κατά την αρχαιότητα ήταν μεγάλο κέντρο παραγωγής κύμινου.

Σελίδες