Capparis spinosa

Photo gallery

Οικογενεια

Capparaceae

Συνωνυμα

Capparis inermis Turra (1780), Capparis orientalis Veill. (1800), Capparis rupestris Sm. (1806).

Παραδοσιακη Αγγλικη Ονομασια

caper, caperbush, common caperbush, fabagelle, Mediterranean caperbush, spiny caper- bush. Η λέξη “Caper” προέρχεται από το Ελληνικό όνομα του φυτού “kapparis”, όπως αναφέρθηκε από το Θεόφραστο (4ος αι. Π.Χ.), το οποίο με τη σειρά του προέρχεται πιθανόν από το Αραβικό “kabbar”∙ το όνομα του είδους προέρχεται από το Λατινικό όνομα “spinosus” = ακανθώδες, με προφανή αιτία.

Κοινα ελληνικα ονοματα

Κάππαρις η ακανθώδης, Κάππαρη.

Βοτανικη περιγραφη

Φύλλα λεία, έμμισχα, κυκλικά η κυκλικά ωοειδή, αμβλέα η ακρότμητα στην κορυφή. Το αγκάθι στη βάση των μίσχων είναι στραμμένο προς τα πίσω, μερικές φορές όχι καλά αναπτυγμένο. Άνθη με διάμετρο 5-7 εκ., ελαφρά ζυγόμορφα. Σέπαλα πορφυρά. 

Γεωγραφική Εξάπλωση

Στην περιοχή της Μεσογείου∙ στην Πορτογαλία∙  Krym. Al Bl Co Cr Ga Gr Hs It Ju Lu Rs (K) Sa Si. Η κάππαρη απαντάται σχεδόν σε όλες τις μεσογειακές χώρες και συμπεριλαμβάνεται στην χλωρίδα των περισσότερων εξ’ αυτών, αλλά η ιθαγένεια του φυτού είναι αμφίβολη (Yang, Liu et al. 2008). Παρόλο που η χλωρίδα της περιοχής της Μεσογείου εμφανίζει αξιοσημείωτο ενδημισμό, ο θάμνος της κάππαρης θα μπορούσε να προέρχεται από τροπικές χώρες και αργότερα να ενσωματώθηκε στη χλωρίδα της λεκάνης της Μεσογείου.

Συχνά, μπορούμε να την εντοπίσουμε στις παραθαλάσσιες βραχώδεις ακτές της Ελλάδας και σε τοίχους κάστρων που βρίσκονται κοντά στη θάλασσα (Πρέβεζα, Λευκάδα, Κέρκυρα, Βόνιτσα κ.λ.π.). Φύεται σε χαμηλά υψόμετρα και σπάνια θα την βρούμε σε υψόμετρο άνω των 400m.

Υποειδη

κανένα

Μέρη του φυτού που χρησιμοποιούνται για φαρμακευτική χρήση, συγκομιδή και επεξεργασία

φύλλα, καρποί, μπουμπούκια, ρίζες.

Βοτανικές και παραδοσιακές χρήσεις:

Εκχύλισμα της ρίζας χρησιμοποιείται ως καλλυντικό και είναι ιδιαιτέρως χρήσιμο στη θεραπεία κοκκινόχρωμων εξανθημάτων και στο «σπάσιμο» των τριχοειδών αγγείων.

Στην Ελληνική παραδοσιακή ιατρική, τσάι φτιαγμένο από ρίζες και νεαρούς βλαστούς κάππαρης θεωρείται ευεργετικό κατά των ρευματισμών. Ο Διοσκουρίδης (MM 2.204t) επίσης δίνει οδηγίες για τη χρήση των βλαστών, των ριζών, των φύλλων και των καρπών στη θεραπεία της δυσουρίας και φλεγμονών.

 

Φυτοχημική σύσταση

Φλαβονοειδή (γλυκοζίτες κερσετίνης και κεμφερόλης), θειογλυκοζίτες, πολυπρενόλες, πρενυλ-γλυκοζίτες, τοκοφερόλες (βιταμίνη Ε), βιταμίνη C, καροτενοειδή, πολυακόρεστα λιπαρά οξέα καθώς και στερόλες στο έλαιο των καρπών και αλκαλοειδή στις ρίζες.

Ο φλοιός της ρίζας έχει δράση ως αναλγητικό, ανθελμινθικό, αντιαιμοροϊδικό, καθαρτικό, αποφρακτικό, αποτοξινωτικό, διουρητικό, εμμηναγωγό, αποχρεμπτικό, τονωτικό και αγγειοσυσταλτικό. Η από του στόματος χορήγηση ενδείκνυται για τη θεραπεία γαστρεντερικών λοιμώξεων, διάρροιας, αρθρίτιδας και ρευματισμών. Η τοπική εξωτερική χρήση του συμβάλλει στη θεραπεία δερματοπαθειών και στην αντιμετώπιση της ευθραυστότητα των τριχοειδών αγγείων και του εύκολου μωλωπισμού. Ο φλοιός συλλέγεται κατά το φθινόπωρο και αποξηραίνεται για μελλοντική χρήση. Ο φλοιός των βλαστών είναι πικρός και διουρητικός. Εάν καταναλωθεί πριν τα γεύματα αυξάνει την όρεξη. Τα κλειστά άνθη έχουν υπακτική δράση. Λαμβάνονται από του στόματος για τη θεραπεία του βήχα και εξωτερικά για τη θεραπεία οφθαλμικών μολύνσεων. Τα κλειστά άνθη είναι πλούσια πηγή συστατικών που είναι γνωστά ως αναστολείς της αναγωγάσης της αλδόζης – τέτοια συστατικά αναφέρεται ότι προλαμβάνουν αποτελεσματικά το σχηματισμό καταρράκτη. Τα μπουμπούκια συλλέγονται πριν ανοίξουν τα άνθη και γίνονται και τουρσί για μελλοντική χρήση – λέγεται πως όταν κατεργάζονται σωστά διευκολύνουν το στομαχόπονο. Αφέψημα του φυτού χρησιμοποιείται για την θεραπεία κολπικών άφθων. Τα φύλλα θρυμματίζονται και εφαρμόζονται ως πολτός κατά τη θεραπεία της αρθρίτιδας. Ο φλοιός της ρίζας της κάππαρης και τα φύλλα περιέχουν ινδολ-3-υλμεθυλ θειογλυκοζίτες, οι οποίοι πιθανόν έχουν αντικαρκινογόνες δράσεις. Παρόλο που η κατανάλωση κάππαρης είναι μικρότερη συγκριτικά με την πρόσληψη άλλων σημαντικών διατροφικών πηγών θειογλυκοζιτών (κουνουπίδι, μπρόκολο και άσπρο λάχανο), μπορεί να συμβάλει στην καθημερινή δόση φυσικών αντικαρκινογόνων που μπορεί να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου. Οι θειογλυκοζίτες είναι, επίσης, γνωστό ότι διαθέτουν αντι-θυρεοειδική δράση. Η κατανάλωση κάππαρης θεωρείται ότι συνεισφέρει στην αντιοξειδωτική προστασία.

Καλλιεργείται το φυτό σε τοπικές καλλιέργειες και σε τι βαθμό

Ο θάμνος της κάππαρης (Capparis spinosa L.) εισήχθη ως εξειδικευμένη καλλιέργεια σε ορισμένες Ευρωπαϊκές χώρες τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Η οικονομική σημασία του φυτού (νεαρά μπουμπούκια, γνωστά ως κάππαρη, χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα και διάφορα μέρη του φυτού χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία φαρμάκων και καλλυντικών) οδήγησε σε σημαντική αύξηση τόσο της καλλιέργειας όσο και της παραγωγής στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Οι κυριότερες περιοχές παραγωγής βρίσκονται σε δυσμενή περιβάλλοντα, στο Μαρόκο, τη ΝΑ Ιβηρική χερσόνησο, την Τουρκία και τα Ιταλικά νησιά Παντελλέρια και Σαλίνα. Ο θάμνος της κάππαρης απαιτεί ημίξηρες κλιματικές συνθήκες. Οι μέσες ετήσιες θερμοκρασίες στις περιοχές όπου καλλιεργείται είναι άνω των 14oC και η βροχόπτωση ποικίλλει από 200mm/έτος στην Ισπανία σε 460 στην Παντελλέρια και 680 στη Σαλίνα. Στην Παντελλέρια βρέχει μόνο 35 mm από τον Μάιο έως τον Αύγουστο, ενώ στην Σαλίνα 84 mm. Μια βροχερή άνοιξη και ένα θερμό ξηρό καλοκαίρι θεωρούνται επωφελή. Η κάππαρη μπορεί να αναπτύσσεται εύκολα από φρέσκους σπόρους συλλεγμένους από ώριμους καρπούς και φυτεμένους σε κατάλληλο υπόστρωμα ανάπτυξης σπερμάτων, με καλή αποστράγγιση. Το φυτώριο θα εμφανιστεί εντός 2-4 εβδομάδων. Παλαιοί, αποθηκευμένοι σπόροι εισέρχονται σε κατάσταση νάρκης και απαιτούν ψυχρή στρωμάτωση για να βλαστήσουν.  Με τη χρήση μοσχευμάτων βλαστού αποφεύγεται η μεγάλη μεταβλητότητα στην παραγωγή και στην ποιότητα. Ωστόσο, τα φυτά που προέρχονται από μοσχεύματα είναι περισσότερο ευάλωτα στην ξηρασία κατά τα πρώτα χρόνια μετά τη φύτευση. Ο θάμνος της κάππαρης είναι ένα ξυλώδες είδος που ριζώνει δύσκολα και ο επιτυχής πολλαπλασιασμός του απαιτεί προσεκτική εκτίμηση των βιοτόπων, και των εποχικών και περιβαλλοντικών παραμέτρων. Ποσοστό ριζοβολίας άνω του 55% είναι δυνατόν να επιτευχθεί όταν χρησιμοποιούνται ξυλοποιημένα μοσχεύματα, ενός έτους έκπτυξης, εξαρτώμενα ωστόσο από τον χρόνο συγκομιδής και από το υπόστρωμα που χρησιμοποιήθηκε.  (Caglar, Caglar et al. 2005).

Ο πολλαπλασιασμός από μοσχεύματα είναι μια τυπική διαδικασία για την ανάπτυξη των ποικιλιών ‘Mallorquina’ και ‘Italiana’ στην Ισπανία, και ‘Nocella’ στη Σαλίνα. Τα ξυλώδη μοσχεύματα ποικίλουν σε μήκος από 15 έως 50 cm και η διάμετρός τους από 1 έως 2,5 cm. Μια άλλη περίπτωση είναι να συλλεχθούν βλαστοί κατά την περίοδο Φεβρουάριος-αρχές Μαρτίου, να τους χορηγηθεί καπτάνη ή καπταφόλη και να στρωματοποιηθούν σε εξωτερικό χώρο ή σε δωμάτιο στους 3-4oC, καλυμμένοι με άμμο ή με πλαστικό. Η περιεχόμενη υγρασία και η αποστράγγιση θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να διατηρούνται μέχρι τη φύτευση. Όταν χρησιμοποιούνται ημιξυλώδη μοσχεύματα, συλλεγμένα και φυτεμένα κατά τον Αύγουστο και το Σεπτέμβρη επιτυγχάνονται χαμηλά ποσοστά βιωσιμότητας (κάτω από 30%). Μη ξυλοποιημένα μοσχεύματα προετοιμάζονται τον Απρίλιο από βλαστάρια 25-30 ημέρων. Κάθε μόσχευμα πρέπει να περιέχει τουλάχιστον δυο όζους και να έχει μέγεθος 6-10 cm. μοσχεύματα που λαμβάνονται από την βάση η σχεδόν την βάση του φυτού εμφανίζουν μεγαλύτερη επιτυχία από τα ακραία. Τότε, τα μοσχεύματα φυτεύονται σε θερμοκήπιο με συστήματα δροσισμού δια ψεκασμού και θέρμανσης του εδάφους· μπορούν να φυτευτούν 150 έως 200 μοσχεύματα/m2 (Caglar, Caglar et al. 2005; Ozcan 2008).

Κίνδυνοι

Πιθανόν να εμφανιστεί αλλεργική δερματίτιδα εάν η C. spinosa εφαρμοστεί ως υγρό επίθεμα επί του δέρματος.

Bibliography